Ο βοσκός:-Το φαγητό μου ψήθηκε,άρμεξα τα προβατά μου' μανταλωμένο το καλύβι μου,αναμμένη η φωτιά μου. Και συ, βρέχε όσο θες Ουρανέ μου!
Ο Βούδας;-Δεν έχω ανάγκη πια απο φαγιά και γάλατα' οι άνεμοι είναι το καλύβι μου,έσβησε η φωτιά μου. Και συ, βρέχε όσο θες Ουρανέ μου!
Ο βοσκός:-Έχω βόδια,έχω γελάδες, έχω λιβάδια πατρογονικά κι έναν ταύρο που πηδάει τις αγελάδες μου. Και συ, βρέχε όσο θες Ουρανέ μου!
Ο Βούδας:-Δεν έχω βόδια,μήτε γελάδες,δεν έχω λιβάδια. Δεν έχω τίποτα.Δεν φοβάμαι τίποτα.Και συ, βρέχε όσο θες Ουρανέ μου!
Ο βοσκός!-Έχω μια βοσκοπούλα υπάκουη και πιστή' χρόνια τώρα γυναίκα μου και χαίρουμαι να παίζω μαζί της τη νύχτα.Και συ βρέχε όσο θες Ουρανέ μου!
Ο Βούδας;- Έχω μια ψυχή υπάκουη και λεύτερή' χρόνια τώρα τη γυμνάζω και τη μαθαίνω να παίζει μαζί μου. Και συ, βρέχε όσο θες Ουρανέ μου!