Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

θριαμβικό


Την Τρίτη ημέρα τ΄ Όνειρο
σήκωσε τα φτερά,
ξεκόρμισε απ΄ το βράχο
κι η πρώτη ακτίνα το΄λουσε
με φως μαλαματένιο.

Ολονυχτίς θρεφότανε
στης Νυχτογής τον κόρφο,
γάλα ανδρείας βύζανε
και τρόχαγε τα νύχια.
Καμωμένο με φτερούγα,
άστρα, κραυγή κι ελπίδα.

Πετά ψηλά,ζερβά, δεξιά,
μετρά κορφές κι ιδέες.
Μες στου ήλιου το φως,
βέλος πυρός, δοξάρι κι αητός.

Μια γη πλατιά θωρά,
χαρούμενη κι ειρηνικιά.
Οι δούλοι γίναν άρχοντες,
ο ήλιος αρχηγός,
Θεός το φως
κι ο κόσμος ο καθρέφτης.

Και τ΄ Όνειρο εφόρμησε
καταμεσής στον κάμπο
κι η μέγα πτήση όρισε
μέγα αρχή να γίνει!

Εδώ, ήλιε μου, τρισήλιε μου
και πάλι ν΄ ανατείλεις!
Εδώ κρατάμε πόλεμο
κι ορίζουμε τον τόπο,
εδώ μπατάγια ν΄αρχινάς
και τη ζωή μας να ζητάς!

Κι εμείς πάντα θα στη δίνουμε!

Τρίτη 26 Απριλίου 2011

Σπαραχτικό


Πατέρα πως μας άφησες;
Γιέ μου γιατί να φύγεις;
Καρδιά μου λιόντισσα, θρηνείς;
Κλάψε κι Εκείνος έφυγε,
Εκείνος που αγαπούσες!

Άνεμε, έλα και πάρε μου
το θρήνο, μοίρασέ τον
σε κάμπους πόλεις και χωριά
σε ωκεανούς κι αστέρια.
Ο Αγαπός μας έφυγε.

Αχ, ήλιε μου, τρισήλιε μου
γιατί να βασιλέψεις;

Σ΄ έβλεπα, σε καμάρωνα
δε χόρταινα το φως σου.
Πες μου, γιατί μου βιάστηκες
γρήγορα να μ΄ αφήσεις;

Θάλασσα, αγεροθάλασσα,
θάλασσα της αρμύρας,
κούπα γεμάτη δάκρυα
σου στέλνω να φυλάξεις.
Σε γη του μέλλοντος εσύ,
μονάχα εσύ να στάξεις!

Να ΄ρθει Εκείνος κάποτε
εκεί να περπατήσει,
εκεί νερά, εκεί φωτιά,
εκεί η δροσιά του αγέρα.

Απρίλη γιατί με θάνατο
θέλησες να χορέψεις;

Το φως σβήστηκε στα βουνά
κι η νύχτα ανασηκώθει.
Τ΄ όνειρο δίπλωσε τα φτερά
και κούρνιασε στο βράχο.

Αχ, ήλιε μου, προσήλιε μου
γιατί να βασιλέψεις;

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Κύκλος πύρινος


Ήταν ξέρεις, πολλά τ΄ αύριο

που σε περίμεναν.

Διαβατάρικα πουλιά ρωτούσαν τον ήλιο

που να βρίσκεσαι.

Σύννεφα κυνηγημένα απ΄ τον άνεμο

σ΄αναζητούσαν σε χρυσαφένιες δύσεις.

Λύκοι κοιτάζοντας κατάματα το γεμάτο φεγγάρι

θρηνούσαν τα μεσάνυχτα.



Πρώτος μανταταφόρος το χαμόγελο σου.

Ο λόγος της δικαιοσύνης ύστερα.

Τα λυμένα μαλλιά, τα χυμένα στους ώμους,

δυο χείλη κόκκινα, μια σιγανή βροχή.

Κι ένα τραγούδι που ξεκίνησε

από λόφους και λιβάδια μακρινά,

πέταξε πάνω από βουνά, αιώνες και θάλασσες

και ζύγωσε στα πόδια μας

να χαράξει κύκλο πύρινο κι απαραβίαστο!

Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

Το χαμπέρι


Στάθηκε μολυβένιος ο καιρός
και το σύγνεφο μαύρο¨
μα το τζάκι το αντιχαιρέτησε πεισματωμένο
κι η φωτιά του συνόδεψε ισότιμα τον κεραυνό.
Γιατί ΄ναι ο άνθρωπος μικρός,
μα η εξουσία του μεγάλη.

Τούτο το πρωί δυο αστέρια που πολύ αγαπήθηκαν
γέμισαν το γρασίδι δάκρυα
και δυο αλόγατα λεύτερα κάλπασαν στα βουνά
παραβγαίνοντας με τ΄όνειρο.

Δυο πλατάνια ήταν και μιλούσαν κι έσμιγαν τα κλαδιά τους όλη νύχτα
κι η πηγή στη ρίζα τους γεννούσε ποτάμι καθαρό,
που τράβηξε ευθύς να δώσει το χαμπέρι στη θάλασσα.
Ότι είναι η αγάπη που λιώνει το σίδερο
κι ορίζει εδώ τον τόπο.
Ότι τ΄αηδόνι κελαηδά πάνω στο βάτο.
Ότι το χελιδόνι κράτησε το λόγο του ξανά
κι ο Χρόνος είναι που φέρνει γύρα το χωριό και χουγιάζει τη Μοίρα.

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010

Ανθρώπου εγκώμιο


Σα γλυκοχάραξε ο Χρόνος, πήρε ο Θεός το μικρό του Γιο τον Άνθρωπο απ΄ το χέρι και βγήκαν στο ξάγναντο.
Του ΄δειξε τα βουνά , τις θάλασσες, τους κάμπους με τα ζώα και τα δέντρα και τ΄αστέρια κρεμασμένα να τους φέγγουν από πάνω και του ΄λεγε και του΄λεγε πως όλα αυτά είναι δικά του!

-Όλα τούτα που βλέπεις δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ζωγραφιά σου! Είσαι εσύ!
Πάρε το πινέλο Γιέ μου και πήγαινε τελείωσε τον πίνακα!

Έφυγε ο Άνθρωπος κι από τότε ασκείται στην τέχνη της ζωγραφικής και προσπαθεί να τελειώσει αυτόν τον πίνακα!

Ζωγραφίζει τοπία, συνθήκες, απλώνει τον εαυτό του παντού,
θέλει να δημιουργήσει τον τέλειο πίνακα!

-Ποιος είμαι;
μουρμουρίζει μέσα από τα δόντια, που σφίγγουν το δεύτερο πινέλο του!

Απλώνει χρώματα, σηκώνει καταιγίδες, μέρες ηλιόλουστες, λουλούδια και αρώματα πολλά!

Ζωγραφίζει πρόσωπα, ζητά να δει την τέλεια αυτοπροσωπογραφία!

Σηκώνει Παρθενώνες, θερμοπύλες, πεδία μαχών αιματηρά.

Ζωγραφίζει ψηλά βουνά και αποφασισμένους ορειβάτες, θάλασσες βαθιές και δύτες άφοβους.

Βόδια πλατυμέτωπα να οργώνουν τη γη κι άλογα πολεμικά να τρέχουν στα σύνορα.

Σπάει τα σύνορα, δεν τον χωρούν!

Είναι ο Άνθρωπος!

Σαν δεν του αρέσει ένας πίνακας, διόλου δε διστάζει να χύσει χρώμα πολύ επάνω του, να ξαναδοκιμάσει κάτι διαφορετικό.

Είναι ο Δημιουργός, ο Συντηρητής κι ο Καταστροφέας.

Δημιουργάει πρότυπα και καλούπια ανθρώπων κι ύστερα από καιρό  τα σπάει.

Ψάχνει τον εαυτό του και ζωγραφίζει τον Ήρωα με τα χίλια πρόσωπα!

Είναι αγνός, δημιουργεί τη Παναγία, την Άρτεμη, την Αθηνά, τη Σάκτι, τη Κάλι.

Παίρνει χώμα, νερό και φωτιά και δημιουργάει  θεό!

Είναι ο Άνθρωπος, ο Δημιουργός!

Γράφει, ζωγραφίζει, τσαλακώνει το χαρτί, το πετά άσπλαχνα.

Είναι ο Άνθρωπος, ο Καταστροφέας!

Είναι ο Γλύπτης του Μέλλοντος!

Στοχάζεται μια  Ιδέα και καταπιάνεται να τη ζωγραφίσει!

Μια ουσία σκληρή και ασχημάτιστη έχει στα χέρια του και παλεύει να της δώσει το σχήμα του.

Από τη μια η αταξία και το χάος των στοιχείων , από την άλλη η μορφή και η τάξη και η οργάνωση της ύλης.

Γεννιέται, μεγαλώνει, γερνάει, πεθαίνει ταυτόχρονα!

Κάπου ξημερώνει κι αλλού νυχτώνει.

Είπε πως είναι η Εξέλιξη και την άπλωσε σε όλο τον καμβά.

Πολεμιστές μάχονται, εραστές ενώνονται, εργάτες δουλεύουν και αγρότες οργώνουν τη σκληρή γη.

Στοχάστηκε πως είναι μια Κραυγή και την έβαλε στο στόμα του λιονταριού που χυμάει στο ζαρκάδι, στον αετό που κάνει εφόρμηση, στο τραγούδισμα του κύκνου, στο ρόγχο του ετοιμοθάνατου.

Στοχάστηκε πως είναι η Δύναμη και έβαλε λιοντάρια να διαβαίνουν τη ζούγκλα και  στρατούς να εισβάλουν σε χώρες.

Είπε πως είναι η αγάπη και έφτιαξε τον άνδρα και τη γυναίκα.

Είπε πως είναι το φως και έφτιαξε τη νύχτα για να ξημερώνει!

Είπε πως είναι ποιητής και έγραψε έπη !

Είπε πως είναι τραγουδιστής κι έφτιαξε τραγούδια να σκίζουν την καρδιά.

Είναι Χορευτής και χόρεψε ζεϊμπέκικο!

Είναι η Ιστορία που γράφεται διαρκώς.

Είναι η Γεωγραφία η ζωντανή.

Είναι η Ομορφιά.

Είναι η Αλήθεια που ρόζιασαν τα χέρια της απ΄την αξίνα και το κουπί.

Είναι η θαλπωρή κι έκανε την οικογένεια.

Είναι ο Ένας που έγιναν πολλοί!

Είναι οι πολλοί που γίνονται Ένας!

Η Ελευθερία που σπάει τα δεσμά.

Η Αξιοπρέπεια που ξεχώρισε απ΄την απαξία.

Η Λεβεντιά που όρισε την τιμή.

Η Αφοσίωση και το ιδανικό!

Είναι το πνεύμα κι έφτιαξε την ύλη.

Είναι η ύλη κι έφτιαξε το πνεύμα.

Είναι η Θυσία και έκαμε το σταυρό.

Είναι το φως και γέννησε το σκοτάδι!

Είναι Ονειρευτής και το Όνειρο του ο κόσμος.

Είναι Νομοθέτης και χαράζει τις πλάκες.

Είναι ο Καπετάνιος και το πλήρωμα.

Είναι η Δικαιοσύνη και πολέμησε την αδικία.

Είναι ο Άνθρωπος ο μοναχικός Ιππότης!

Είναι ο μοναχικός καβαλάρης!

Αυτός θα ανυψώσει τη Γη!

Αυτός θα χαμηλώσει τον Ουρανό!

Είναι ο νικητής.

Είναι ο Διγενής Ακρίτας!

Στα κόκαλά του πέφτουν και στροβιλίζονται ποτάμια!

Στην καρδιά του κουρνιάζουν αγριοπούλια!

Είναι Πολεμιστής.

Στα χέρια του σφίγγει το σπαθί, το μάτι του άγριο!

Μάχεται να ξεφύγει, από τι;

Είναι αυτός που διασχίζει την έρημο!

Είναι πατέρας κι ο ίδιος και ανατρέφει το μονιά του, το Γιο του Ανθρώπου, τον Υπεράνθρωπο, το όνειρο του ονείρου!

Τον ταίζει στο στόμα με λιονταρίσιες μπουκιές από δύναμη, αλήθεια κι αγάπη!

Είναι ο Άνθρωπος ο Αθάνατος!

Είναι ο Ντεσπεράντος που λυσσάει, στριφογυρνάει, τριγυρνάει στα στενά καλντερίμια της γης απέλπιδος κι ανταριασμένος.

Είναι λύκος και τα μεσάνυχτα θρηνεί, πονάει μονάχα δεν ξέρει γιατί!

Είναι ξωμάχος και το σούρουπο επιστρέφει σπίτι με το καπέλο του γεμάτο σταφύλια και σύκα για τη μάνα του.

Στη ζώνη του κρέμονται τα κλειδιά ενός θησαυροφυλακίου του Πατέρα κι ενός κουτιού που του ΄δώσε η Πανδώρα!

Είναι ο Άνθρωπος με τη λεύτερη βούληση!

Διαταγές και αφεντικά και δούλους δεν έχει, δε θέλει!

Είναι φλογερός εραστής και με τη συντρόφισσα του τη Φαντασία, γεννούν, ανατρέφουν Ιδέες!

Από το μέτωπο του στάζουν στάλες ιδρώτα και αίμα!

Αντικρίζει το ατέρμονο του μόχθου κι αναστενάζει!

Είναι το Τίποτα,

Είναι το Παν, το Όλα!

Είναι το Εδώ και το Τώρα, το Πάντα και το Παντού!

Είναι ο Άνθρωπος!

Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

Παιδί του Κόσμου




Ένα ποίημα του αγαπημένου φίλου και δασκάλου μου, Γιώργου Αλεξανδρή,
που του εύχομαι σήμερα που γιορτάζει χρόνια πολλά και να είναι πάντα καλά να συνεχίζει να φωτίζει τα Ελληνόπουλα με το φως της ζεστής καρδιάς του.

[Αθήνα 6-12-2008
Σκοτώνουν ένα δεκαπεντάχρονο παιδί.
Το δικό μας αγόρι, το παιδί του κόσμου. Επειδή επέμενε να ζει στον κόσμο των παιδιών και η Εξουσία δεν συγχωρούσε παρατάσεις στη χώρα των ονείρων.
Ήταν επικίνδυνο.]

Αγόρι μου,
που σε μεγάλωνα με πεθυμιές κι ανάσες
κι ονειρευόμαστε μαζί στου ήλιου το κατόπι,
να΄ναι η ζωή σου ανατολή κι οι μέρες σου δοξάρι,
πως έγινε και βιάστηκες στο λιόγερμα να φτάσεις,
χωρίς σεργιάνι στην αυλή, στου κόσμου τα περβόλια,
χωρίς αγνάντιο σε στρατί ψηλά από παραθύρι!

Αγόρι μου,
στο ματωμένο στήθος σου, στα σφαλιστά σου μάτια,
σημάδεψαν το όνειρο τ΄αβόλευτο της νιότης,
αυτό που εγώ ζωγράφιζα και θέριευε σε σένα,
να μας νυχτώσουν τη ψυχή, το νου να μας φοβίσουν,
της μέρας γύρισμα ζεστό να μην αφουγκραστούμε,
γιατ΄είναι η ζωή μας μέτρημα και οι καιροί δικοί τους!

Αγόρι μου,
οργίστηκαν οι γειτονιές και πλάτυναν οι δρόμοι,
ανέσπερο φως σε έδειξαν, παιδί του κόσμου σε είπαν.
Που να βρω κουράγιο να τους πω, σοφία να μαρτυρήσω,
πως κάθε μέρα πέθαινες στη μοναξιά μαζί τους,
πως κάθε πρωί και μια βολή κι απόγνωση η νύχτα,
γιατ΄είναι πολλοί αυτοί που ως λάφυρο θα σε πανηγυρίζουν!

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2009

Ανοιξιάτικο


Όταν ακούς
νερά κρυστάλλινα,
φλόγα να τρίζει αντρειωμένα,
χιόνι αμίλητο να πέφτει σε κορφή
να θυμάσαι την αγάπη μου.

Όταν θωρείς
θάλασσα να αστράφτει ευτυχισμένη,
με ουρανό καθάριο βαθυγάλαζο αγκαλιά
να θυμάσαι την αγάπη μας.

Σα διαβαίνεις
κάμπο καρπισμένο
από φωνές παιδιών,
τιτιβίσματα χελιδονιών,
αρώματα λουλουδιών,
από το γέλιο σου,
διαβαίνεις την καρδιά μου.

Κι αν είχα εργαστήρι μαγικό,
να σκάλιζα τα νερά, τη φλόγα και το χιόνι,
περιδέραιο ακριβό θα σου έφτιαχνα γιορντάνι,
να το κρεμάς στο λαιμό τις Κυριακές
και να λες
πως είναι από τον άντρα μου.

Κυριακή 8 Μαρτίου 2009

Ώρες μοναξιάς


Δυο ποιήματα του Δημήτρη Σπανού, ενός θαυμαστού πολεμιστή με πολλά ταλέντα,
αγαπημένου φίλου αν και δυο γενιές μεγαλύτερος μου,που έφυγε πρόσφατα.

ΩΡΕΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ
Στάθηκα να ζεσταθώ στ΄ όμορφο προσήλιο
Και σ΄απάγγιο ακούμπησα κόντρα στο Βοριά.
Ήρθαν μου τον κρύψανε το χρυσό τον ήλιο
Και μονάχο μ΄ άφησαν στην κακοκαιριά.

Στο λιοπύρι εγύρεψα δέντρο για να βρώ
να σταθώ στον ίσκιο του, λίγο να ανασάνω.
Ήρθαν και το χάλασαν και έμεινε ξερό,
σκέλεθρο, στ΄ατέρμονο το στρατί μ΄επάνω.

Μόνος μεσ΄ την ερημιά στην ξερή την κρύα
Που να βρω ταξιδευτή, φίλο και μπραζιέρη,
Να την παίρναμε μαζί τούτη την πορεία
Να ήσουν τ΄αποκούμπι μου το πιστό μου ταίρι.

ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΑΗΤΟΥ
Αητέ μου που σε γέννησεν ο πόλεμος, η αμάχη
πόχεις τον ήλιο στο μυαλό και την καρδιά σ΄ αψάδα,
ακόμα δε γκεζέρισες να περπατάς στους κάμπους
αλλοτινός προσκυνητής σε πλανερά σκοτάδια.
Πάρε ψωμί, πάρε κρασί, πάρε νερό απ΄ τη βρύση,
να πάμ΄ απάνου στα βουνά στα πρώτα μας λημέρια
να κάμουμε συλλείτουργο στα δόλια παλικάρια
που καρτερούν, στα διάσελα ψηλά στα μετερίζια,
άγνωστοι μεσ΄ τους αγνώστους
μα μεσ΄ τους πρώτους πρώτοι.
Ν΄αγροικηθούνε πόλεμο, ν΄αφουγκραστούν αντάρα
σαν πάμε κερολίβανο στα κλέφτικα κιβούρια,
και σ΄αντρειωμένωνε ψυχές να πουμ΄ένα τραγούδι.
Να ντουφεκίσεις τρεις φορές και τρεις φορές να κλάψεις
για κείνους που διαβήκανε και δε θα ματαρθούνε.
Ν΄ αχολοήσουν τα βουνά ν΄ αναριγήσ΄ ο δρόγκος
Να λογιαστούνε οι ξέκαρδοι πως είναι οι αντρειωμένοι.

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2008

Κουβέντα με τον Άρη


Στο λημέρι σου ανέβηκα Καπετάνιο,
τον ίσκιο σου να βρω , να στερεωθώ!

Μου είπαν απ΄ το Μικρό Χωριό,
πως τις νύχτες διαβαίνεις καβαλάρης
κι ανάπαψη δεν έχεις!
Όχι πως γύρευες τιμές και προτομές!
Τους συναγωνιστές σου συνάντησες στα γουναράδικα,
σου φτάνει!
Φίδι αργό στα σπλάχνα σου, Πολεμιστή,
η έγνοια της Ελλάδας σεργιανίζει!

Έχω ένα λόγο να σου πω.
Ρώτησα στο όνειρό μου, κάποτε το Θεό για σας!
Σαν εσείς θαρρείς να με στείλατε!
Με κοίταξε στα μάτια και μου είπε,
άκου το Καπετάνιο,
πως εσείς είστε που σκορπίσατε το φως στον κόσμο,
απ΄ την Ελλάδα, μετά τόσους αιώνες!
Δεν είχατε τίποτα, μονάχα αίμα
και το δώσατε όλο
κι ο κόσμος αναθάρρεψε,
σαν είδε ότι η Ελλάδα ζει
και φωτίζει τον κόσμο πάλι φλεγόμενη!
Και έτσι η Χώρα των Ηρώων ξαναγεννήθηκε!
Και τα Βουνά της μείναν άπαρτα!

Τα έμαθες Καπετάνιο,
πως οι γιοι των δοσίλογων,
οι κρατικοί λειτουργοί,
τα παιδιά σας τα κυνήγησαν…

Μα θέλω να σου μιλήσω για τα εγγόνια σας,
την τρίτη τη γενιά την προδομένη.
Τούτη τη γενιά τη σφίγγει η γραβάτα!
Δύσκολα ερωτεύεται, δύσκολα εμπιστεύεται.
Ανασαίνει τους καπνούς στα μπαρ,
πίνει άγνωστα ποτά
και στον κυβερνοχώρο αγκουσεύει.

Τούτη η γενιά δε γέννησε ακόμα ήρωα!
Δεν έχει αντάρτικα τραγούδια!
Δεν έχει ποιητή!

Αρχηγέ, τι ζητάει από εμάς, η κυρά μας, η Τιμή;

Πατάω τα σαράντα και κάποιος μέσα μου με περιφρονεί!

Κάποιος πρόγονος ζωσμένος σταυρωτά τα φυσεκλίκια,
σηκώνει καβαλάρης τη σκόνη του μυαλού μου.
Κάποιος που άφησε τέσσερα παιδιά στην κούνια,
μια μικρομάνα στο κατώφλι,
και σε ακολούθησε!

Κι όταν περνώ απ΄ την πλατεία μιας πόλης,
αισθάνομαι στην πλάτη σα μαχαίρια,
δυο μάτια ακίνητα να με τρυπούν!
Είναι σε κείνο τα φανάρι που λένε
ότι κρεμόταν τρία μερόνυχτα το κεφάλι του,
άγριο τρόπαιο, βαρβάρων του νόμου,
πριν το πετάξουν στη θάλασσα!

Δώσε μας την ορμήνια σου Καπετάνιο,
το χρέος μας να βρούμε της γενιάς μας!
Δείξε μας τα χνάρια σου,
γιατί να ξέρεις ,
δε βάδισες σε χιόνι,
βάδισες σε καρδιές!

Ν΄ αρχίσει πια, ο δικός μας πόλεμος
και να πιάσουμε τα βουνά της ψυχής,
καβάλα στ΄ άλογα, τις αποφάσεις μας.
Να ζώσουμε τις ιδέες μας σταυρωτά,
και το μπαϊράκι της Λευτεριάς να κρατάμε ψηλά!

Έρχεται ο δικός μας ο καιρός
και ζυγώνει η Επανάσταση μας.
Το αντάρτικο της γενιάς μας!
Κουβαλάμε μέσα στα χρόνια,
τα όνειρα σας για ένα δίκαιο κόσμο
και όσα δε ζήσατε μας στοιχειώνουν.


Καλή αντάμωση στα γουναράδικα, Καπετάνιο!

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2008

Παραγγελιά


Σαν ήμουνα είκοσι οχτώ,
στο μεσοπέλαγο,
γύρεψα ένα λόγο πνευματικό.

Τα κύματα χτυπούσαν την καρίνα
και οι ύφαλοι ξεσκίζαν τα πλευρά.
Κατάρτια σπασμένα, πανιά σκισμένα,
μούσκεμα απ΄τη βροχή και από το κύμα,
βαστούσα το δοιάκι με τη βία.

Μεταξύ ουρανού και γης,
μεγάλη είναι η μοναξιά
και δε σε θέλει κανείς.
Σε περιγελάνε οι στεριανοί
και στέκουν μακριά οι ουρανοί.
Ένα κερί , εγώ και μια σοφίτα.
Μονάχα η Απόρριψη μαζί,
κοροϊδευτικά να με κοιτά,
υπάκουη θαρρείς κι αυτή ,
σε εντολή θεϊκή.

Τότε, ήταν που ήρθες εσύ
Παππού μέσα στη νύχτα!
Είχες μελάνια στα χέρια
και κρατούσες πεσκέσι κανέλα.
-Φτάσε, όπου δε μπορείς!
σου είχε παραγγείλει ο δικός σου Δάσκαλος.
Πες μου, ακριβέ μου,
τον Κρητικό, το λόγο το βαρύ,
που φύλαξες εσύ, για μένα!

-Μπορείς, ποτέ μην υποχωρείς!
είπες και εξαφανίστηκες.

Κι απόμεινε το ουρλιαχτό του ανέμου,
που τσάκιζε το μεσιανό κατάρτι...

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2008

Ο πειρατής


Ο Μαυρογένης ο πειρατής,
σα γέρασε ,
περιδιαβαίνει την προκυμαία,
τραβά αργά ταμπάκο,
και η ματωμένη του ματιά,
σβαρνίζει το πέλαγο.

Θυμάται σαν έπιανε το λιμάνι,
τι πανηγύρι!
Κρότοι, φωτιές, χοροί
και ατέλειωτο ξεφόρτωμα των κούρσων.
Μέρικες φορές στο κατάρτι καμπανίζαν οι οχτροί!
Φόβος και τρόμος της Τουρκιάς, της Βενετιάς καημός!

Μα κι αν τ΄αμπάρια γέμισαν, δε γέμισε η καρδιά του...
κ΄ο Μαυρογένης ο φονιάς ,
με τα πολλά ρεσάλτα,
κρυώνει κάτω απ΄τον ήλιο!

Μέρα δε περνά, μήτε και νύχτα
που να μη σταλάζει πικρή,
στο χαραγμένο του νου,
η θύμηση της Λεϊλά!
Της αραπίνας συντρόφισσάς του,
που σ΄ένα γλέντι,
με κρασί πολύ,
στιλέτο θανατερό της κάρφωσε,στο στήθος,
σαν του αντιμίλησε.
Και αυτή η δεινή χορεύτρια της Αραπιάς,
δε ματασάλεψε.

Και τώρα, άλλο λόγο δεν έχει να πει,
παρά τούτο:
- Να προσέχετε την αγάπη σας,
γιατί εγώ την έχασα!


Ο Μαυρογένης ο πειρατής,
με τα πολλά τα κούρσα,
κρυώνει κάτω από τον ήλιο!

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2008

Θάλασσα


Η θάλλασσα η αγαπημένη,
η θάλασσα η αφροντυμένη,
είναι κοντά μας, να μας θυμίζει
πόσο πλατιά μπορεί να γίνει
η καρδιά μας.

Ο κάμπος ο καρποφόρος
με τα χρυσά σπαρτά κ΄τα ασημόφυλλα,
(πως) το λογικό μας.

Και το βουνό το ουρανομίλητο,
το βουνό το αμετακίνητο,
πως η Απόφασή μας!

Μα εσύ ,αγάπη ταιριαστή,
αγάπη σταλμένη απ΄τ΄όνειρο,
πως ο Ουρανός έρχεται στη γη!

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2008

Αξιοπρέπεια

Μάτια θλιμμένα,ξέπλεκα μαλλιά
μ΄έναν αγέρα να τ΄ανεμίζει δυνατά.
Ανοίγει δρόμο με το ραβδί
πάνω στ΄αγκάθια που περπατεί.
Βαδίζει ώρα ,μίλια ορεινά
μέσα στο κρύο ,τη νυχτιά.
Αχ, να μπορούσε να κοιμηθεί
σ΄ένα σπιτάκι ,σε μια γωνιά...
Οι αλεπούδες έχουν φωλιά,
η Κόρη του Ανθρώπου μοναξιά.
Μάτια θλιμμένα, ξέπλεκα μαλλιά
μ΄έναν αγέρα να τ΄ανεμίζει δυνατά.

Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

Επίσκεψη

Ψες αργά,μου χτύπησαν την πόρτα.
Τους άνοιξα, τους είπα να περάσουν.
Δυο αρχαίες Ελληνίδες, ψηλές ,λιτά ντυμένες.
Με κοίταξαν.
-Είμαι η Ευθύνη, είπε η μια.
-Είμαι η Βιασύνη, η άλλη.
Και έφυγαν.
Το σκυλί μου ο Χρόνος, αλυχτούσε όλη νύχτα.
Και ο ύπνος χτες δε ζύγωσε.

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2008

Μινώταυρος

Πως να νικήσω τούτο το θεριό;
Στα μέσα σπλάχνα μου μουγκρίζει και γυρνά
στης μέσα Κρήτης την κρυφή σπηλιά,
ανήλιαγο, ζωόμορφο και νηστικό!

Πότε ως Θησέας θ΄αναστηθώ,
το χέρι του Αιγαία να φιλήσω
και να κινήσω, για να βρω,
Αυτόν που με περιμένει;

Ο Μίνωας θα με κατευοδώσει
και η Αριάδνη το μίτο θα μου δώσει'
μα εγώ όρκο παίρνω στους Θεούς,
το σπαθί μου σφιχτά θα κρατώ
και στιγμή δε θ΄αφήσω!

Και ,αχ, μα το Δία, αν γυρίσω,
μη ξεχάσω,
τα μαύρα τα πανιά να κατεβάσω!

Έκτορας

Στάθηκε ο Έκτορας μονάχος
μακριά απο το ανθρωπολόι
κ΄ο άνεμος σήκωσε το θρήνο,
σήκωσε μοιρολόι...
Ο Αχιλλέας είναι αυτός που πλησιάζει
και οι Σκαιές Πύλες που κλείνουν πίσω τρίζοντας.

Σε λίγο η πέτρινη καρδιά της Εκάβης θα συντριβεί
και ο γερο-Πρίαμος μάταια θ΄αναζητά άλλα δάκρυα...
Η Ανδρομάχη σφιχτά κρατά τον Αστυάνακτα πάνω της...
Ο Αχιλλέας καλπάζει γυρεύοντας δόξα και εκδίκηση,
ο Έκτορας περιμένει γυρεύοντας θάνατο και τιμή
κ' η θάλασσα μουγκρίζει πονεμένα
κ΄ο Ήλιος βιάζεται να κρυφτεί
το θάνατο του Γιού του να μη δει...
Ο ήρωας της Τροίας θα χαθεί,
σκληρά τ' ορίσαν οι Θεοί.

Στο νου του έφερε τα χρόνια που μεγάλωνε.
Τώρα ο Σκάμανδρος που κάποτε κολύμπαγε,
κατεβάζει κουφάρια...
κ' στο όρος Ίδα που περπάταγε
κρύβουν οι Θεοί την ντροπή τους,
γιατί είναι η μοίρα του ήρωα η μοναξιά,
γιατί είναι το συνήθειο των Θεών
να τους αφήνουν μονάχους...

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2008

Γιασέρ Αραφάτ


Ο τελευταίος των Ηγετών πεθαίνει,
ο τελευταίος των Γενναίων ψυχομαχά
κι η Παλαιστίνη κλαίει το Γιό της,
κλαίει τον Πατέρα της.

Από ένα τόξο φεύγει ένα βέλος
και από μια γενιά ένας ήρωας'
τ' όνομά του Γιάσερ.

Οι Σιωνιστές σαρδόνια γελούν'
νομίζουν πως νικούν.
Μα κάνουν το λάθος και ξεχνάνε,
πως οι νεκροί αιώνια πολεμάνε!
Η Αδικία πανηγυρίζει στο Τελ-Αβίδ,
μα στο αμούστακο Δίκηο, δένει σφιχτά η Aπόγνωση το σαρίκι!
και στους πολυσύχναστους τους δρόμους της Ιερουσαλήμ,
τραβάει την περόνη και τινάζεται στον αέρα,
φωνάζοντας στην αδερφή του τη Λευτεριά ,
να μην τον ξεχνά!

Κάθε παιδί της Παλαιστίνης που σκοτώνεται,
πέτρα κρεμασμένη στο λαιμό της γης,
αγκάθι στον καναπέ της Δύσης,
ανάθεμα στους δυνατούς.

Λένε πως οι καμικάζι Παλαιστίνιοι
τον παράδεισο του Ισλάμ ζητούν.
Μα αυτοί χαμογελούν πικρά
πριν αποχαιρετήσουν τους δικούς τους...
Ξέρουν καλά πως θέλουν μονάχα
ενα κομματάκι γης, μια λωρίδα της Γάζας,
που' ναι τα κόκαλα των πατέρων τους θαμμένα,
τα μικρά τους σπιτάκια με τον ειρηνικό καπνό
και τα παιδιά να παίζουν ανέμελα!
Θέλουν την πατρίδα που τους κλέψανε!
Και ανταμώνουν το κρύο θάνατο!
Και ανατινάζονται σ'όλες τις λεύτερες Ιερουσαλήμ,
σ' όλες τις λεύτερες καρδιές του κόσμου.

Στο καλό Γιάσερ!
Όσο κι αν θέλουν δε θα πεθάνεις!

5-11-2004

Παρασκευή 30 Μαΐου 2008

Ποίημα για τον παππού μου, μαχητή του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ

Ξημέρωμα στον Ταϋγετο, Νοέμβρης του 49.
Ο αντάρτης με τα κουρελιασμένα ρούχα και τα ξυλιασμένα δάχτυλα,κουλουριασμένος στο βράχο, περιμένει την τελική έφοδο του αποσπάσματος.Πέρασμα δεν υπάρχει,ούτε σωτηρία, ούτε έλεος...

Η πρώτη ακτίνα στην κορφή!

Κρύσταλοι πάγου στα μαύρα γένια,
μαύρο σκουφί στην κεφαλή,
μια αραβίδα σιωπηλή
και στον αγέρα η Τιμή γεμάτη έγνοια!

Τα λυκόσκυλα γαυγίζουν, με βία τα συγκρατούν,
χωροφυλάκοι ανηφορίζουν, αυτόματα κρατούν,
μυρίζουν αίμα και γελούν.

Ποιο ήταν το λάθος; Υπήρξε λάθος;
ρωτούσε,ξαναρωτούσε τον παγωμένο άνεμο όλη νύχτα.
Μα αυτός τα κυπαρίσσια θρόιζε
και του στέγνωνε τα δάκρυα μονάχα...

Ο γιός του τώρα θα περπάτησε
και η κόρη του θα πάει σχολείο.
Στείλε Ουρανέ μου, τη Στοργή να τα φυλάει!
κι η μάνα τους είναι φυλακή και δεν μπορεί...
και στείλε στην αγάπη του ένα περιστέρι
έξω απο το κελί, να της γυρέψει συγχώρεση...
Δεν ήθελε αυτός, δεν το ήθελε η καρδιά του,
μα 'ναι η Τιμή που τον πήρε απ' το χέρι
να τον παραδώσει σε τούτη την κορφή
στον αδερφό της, το Θάνατο!