Την Τρίτη ημέρα τ΄ Όνειρο
σήκωσε τα φτερά,
ξεκόρμισε απ΄ το βράχο
κι η πρώτη ακτίνα το΄λουσε
με φως μαλαματένιο.
Ολονυχτίς θρεφότανε
στης Νυχτογής τον κόρφο,
γάλα ανδρείας βύζανε
και τρόχαγε τα νύχια.
Καμωμένο με φτερούγα,
άστρα, κραυγή κι ελπίδα.
Πετά ψηλά,ζερβά, δεξιά,
μετρά κορφές κι ιδέες.
Μες στου ήλιου το φως,
βέλος πυρός, δοξάρι κι αητός.
Μια γη πλατιά θωρά,
χαρούμενη κι ειρηνικιά.
Οι δούλοι γίναν άρχοντες,
ο ήλιος αρχηγός,
Θεός το φως
κι ο κόσμος ο καθρέφτης.
Και τ΄ Όνειρο εφόρμησε
καταμεσής στον κάμπο
κι η μέγα πτήση όρισε
μέγα αρχή να γίνει!
Εδώ, ήλιε μου, τρισήλιε μου
και πάλι ν΄ ανατείλεις!
Εδώ κρατάμε πόλεμο
κι ορίζουμε τον τόπο,
εδώ μπατάγια ν΄αρχινάς
και τη ζωή μας να ζητάς!
Κι εμείς πάντα θα στη δίνουμε!





0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου