
Κυκλάμινο κυκλάμινο,
στου βράχου τη σχισμάδα,
που βρήκες χρώματα κι ανθείς,
που μίσχο και σαλεύεις;
Χρόνια σε Ολύμπιο βράχο σύναζες,
ήλιο και γαίμα στάλα στάλα;
Σεμνός και λιγομίλητος
κοιτάς στο χώμα χάμω.
Κι η σπάθα σε κεραύνωσε
κι ως Λιόντας εβρυχήθης!
Είπες δεν φτάνει η φωνή,
δε φτάνει η κατάρα.
Για να λαλήσει το σωστό
του πρέπει καριοφίλι.
Και τότε θα ’ταν Αρχηγέ,
που έσυρες το
Τραγούδι!
Και το τραγούδι ρίζωσε και ψήλωσε σαν δέντρο!
Έσπασε καρδιές και σύνορα και αγκάλιασε ολάκερη τη γη!
Το φοβήθηκαν όλοι οι τύραννοι και το απαγόρεψαν!
Του κάκου!
Βαράνε δυο, βαράνε τρεις, βαράνε χίλιοι δέκα τρεις.
Πονάς εσύ ,πονάω κι εγώ, μα
Καβάλα πάμε στο καιρό με το λιοπύρι, τη βροχή,
το αίμα πήζει στη πληγή κι ο πόνος γίνεται καρφί!
Ο εκδικητής ο λυτρωτής!
Είμαστε δυο είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δέκα τρεις!
Και είμαστε αποφασισμένοι!
Σε διάλεξε η Ρωμιοσύνη και σου εμπιστεύθηκε το καμάκι του Ήλιου άριστε σκοπευτή και με αυτό καμάκωσες το θεριό της τυραννίας!
Κατά καιρούς σου προτείνουν μια θέση υπουργού, ακόμα και του προέδρου της Δημοκρατίας.
Μα είναι πολύ μικρές για σένα!
Δε χωράνε ένα Μίκη!
Όλους αυτούς σε μερικές δεκαετίες δε θα τους θυμάται κανείς!
Όμως εσένα όλοι οι αιώνες θα σε σέβονται!
Είσαι μαζί με το Βενιζέλο, τον Καζαντζάκη, τον Άρη , η μεγάλη ελληνική τετράδα του αιώνα!
Οι δυο πρώτοι ας πούμε ότι αναγνωρίζονται πλέον…
Εσείς οι δυο παραμένετε πρόσωπα ταμπού!
Από τον Άρη αισθάνονται ότι απειλούνται ακόμα από την επαναστατική του γνησιότητα και επίσης τους κάνει να ντρέπονται για το παρελθόν τους.
Εσένα προσπαθούν να σε μειώσουν όλοι, γιατί αισθάνονται πολύ μικροί δίπλα σου!
Ύστερα φοβούνται το λόγο σου!
Σαν πεθάνεις θα ανακουφιστούν!
Έτσι παραμένεις, όσο κι αν ακούγεται υπερβολή, ένας από τους πιο παραγνωρισμένους συνθέτες σε αυτό τον τόπο!
Όχι βέβαια στο εξωτερικό.
Το μεγαλείο σου με αριστοτεχνικό τρόπο υποβιβάζεται και συγκρίνεται με μικρότερου βεληνεκούς συνθέτες!
Τα ελεγχόμενα από το σύστημα μέσα ενημέρωσης σε χειρίζονται πολύ προσεκτικά εκτελώντας διαταγές!
Το συμφωνικό σου έργο της μεταπολίτευσης,
παραμένει εν πολλοίς άγνωστο.
Διότι ποτέ δεν συνεμορφώθης προς τας υποδείξεις έφηβε Μίκη!
«Η ακοή σου Δύση βούλωσε
Η όραση σου Δύση σκεπάστηκε
Η κοινωνία της κατανάλωσης
Πέπλο βαρύ σκεπάζει την ακοή σου
Σκεπάζει την όρασή σου, σκεπάζει την ψυχή σου.»
Έγραφες παλιά μα τόσο τραγικά επίκαιρα ακόμα!
Αλλά κι άλλού:
Έλληνες αδέλφια του Φεραίου,
ψάλετε περήφανα τραγούδια λευτεριάς!
Για να λείψει πάλι το σαράκι
που μας τρώει τη σάρκα την ελληνική.
Ενωμένοι μέσα στον αγώνα,
για να λάμψει νέα νίκη λαϊκή!
Ναι άξιε Γιέ της Ελλάδας’
θα ’ρθει ξανά η άνοιξη, θα ρθει το καλοκαίρι,
θα λάμψει ο ήλιος στα μαλλιά , στο μέτωπο το αστέρι,
να βάλουν όλοι γιορτινά, να βγούνε στα μπαλκόνια
να δουν να λιώνουν στα βουνά
και στη καρδιά τα χιόνια!
Πουλί μη φύγεις γι’ αλλού να πας να τραγουδήσεις!
Ήτανε Θείο Θέλημα κι ενός άγιου τάμα,
εσύ να γεννηθείς εδώ και να γενεί το θάμα!
Εδώ το πρόσωπο της Ελλάδας να στεριώσεις!
Στο κοσμογύρη άνεμο τραγούδια ελληνικά να φορτώσεις!
Σε ρώτησαν κάποτε τι να κάνουν οι νέοι συνθέτες.
Είπες: -Να σκάψουν βαθιά! Στα ρηχά μην περιμένουν να βρουν νερό!
Κίνησε ο Μάης για ναρθεί,μα έχει μεγάλη στράτα,
τι να του πάρω πρώτα μου τον ήλιο ή τα μαντάτα!
Πρόφτασε τον μάνα μου μη φύγει με άδεια χέρια,
φόρτωσε τον με φιλιά και με καλά χαμπέρια!
Ήρθε ο Μάης κι από εδώ, Μάης κακός και ψεύτης.
Μας είπε για το φονικό του γέλιου μας ο ψεύτης!
Τέτοιο Μάη μάνα μου άλλον να μη μου στείλεις
να λέει πως στην Ελλάδα μας σκοτώθηκε ο Απρίλης!
Πάντα θα υπάρχει Απρίλης στην Ελλάδα και θα χορεύει με τον Έρωτα και μαζί θα γελούνε!
Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι και το κελί μας κόκκινο ουρανό.
Σαν τον αητό φτερούγαγες στη στράτα,
σε καμάρωναν γειτονιάς τα παραθύρια,
με χαμηλά τα μαύρα σου τα μάτια,
Λεβέντης εροβόλαγες,
Λεβέντης χαμογέλαγες,
Λεβέντης αντίβγαινες στο μανιασμένο Χάρο του συμβιβασμού και της μετριότητας!
Θέλει αρετή και τόλμη η Ελευθερία!
Και εσύ την είχες και τη μεταλαμπάδευσες με τα τραγούδια σου!
Ήταν κάτι στρατηγοί, κάτι υποστράτηγοι που σε βασάνισαν και σ’ έστειλαν εξορία.
Το παλικάρι έχει καημό
κι εγώ στα μάτια το κοιτώ
Και το κοιτώ και δε μιλώ
Απόψε που έχει το καημό!
Στου κόσμου την ανηφοριά μας στήσανε καρτέρι.
Ήταν ο φίλος πυρκαγιά, ο αδελφός μαχαίρι.
Πήρα δροσιά και πότισα τα μαραμένα στήθη,
μόνο η καρδιά που ρώτησα ποτέ δε μου απεκρίθη!
Να ’χαμε δυο χέρια δυο σπαθιά,
να σε σκεπάσουμε ηγέτη μας, να μη σ’ αγγίζει ο πόνος!
Να είμαστε αητοί να είχαμε φτερά,
για να σε πάρουμε μακριά
να μη σε βρίσκει ο χρόνος,
μεγαλύτερε εν ζωή Έλληνα!
Πήρες τους δρόμους του ουρανού ,
τα σύννεφα κυνήγησες.
Μίλησες με τα αστέρια
πως να μας φέρεις τη χαρά!
Το τρένο φεύγει στις οχτώ, ταξίδι για τη Κατερίνη,
Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει
Σε βρήκα πάλι ξαφνικά να πίνεις ούζο στου Λευτέρη.
Ήσουν μονάχος και πάλι…
Ποιος τη ζωή μας, ποιος την κυνηγά
να την ξεμοναχιάσει μες στη νύχτα;
Ουρλιάζουν μες στη νύχτα φορτηγά,
σαν ψάρι με χουν πιάσει μες στα δίχτυα.
Για κάποιον με στον κόσμο είναι αργά.
Που πήγε αυτός που ξέρει να μιλά;
Που ξέρει πιο πολύ και να πιστεύει!
Κι όμως υπάρχουν ακόμα, κάποια δέντρα που δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό!
Κάποια πρόσωπα που δε βολεύονται, παρά μόνο στον ήλιο.
Κάποιες καρδιές που δε βολεύονται, παρά μόνο στο δίκιο.
Που κραυγάζουν ότι δεν υπάρχει θεός, μονάχα φως!
Ο δρόμος τους χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας παραμένει πάντα από σίδερο!
Κι όταν σφίγγουν το χέρι ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο!
Όταν χαμογελάνε ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μέσα από τα άγρια γένια τους!
Όταν σκοτώνονται
Η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα!
Με τόσα φύλλα σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα!
Με τόσα φλάμπουρα λάμπει ο ουρανός!
Υπάρχει τόπος μυστικός ποιητή που εκεί
Σωπαίνουν τα πουλιά
σωπαίνουν οι καμπάνες.
Σωπαίνει κι ο πικρός Ρωμιός,
μαζί με τους νεκρούς του.
Κι επά στην πέτρα της σιωπής
Τα νύχια του ακονίζει!
Μονάχος κι αβοήθητος
της Λευτεριάς ταμένος.
Χρόνια μέσα στις καρδιές μας βαστάει το πανηγύρι !
Βαστάμε γερά, κρατάμε καλά!
Αυτό που ήμασταν
κάποτε θα γίνουμε ξανά!
Είμαστε Έλληνες!
Ήπιαμε την προδοσία με το γάλα!
Ύστερα πάλι με το κρασί, ώστε ο
εξευτελισμός να γίνει τέλειος!
Ζήσαμε στο σκοτάδι το πηχτό, για να γυρέψουμε το φως!
Μεγάλο φως θα λάμψει από τέτοιο σκοτάδι!
Ως πότε οι φασίστες θα σκοτώνουν τα γελαστά παιδιά στη ροδαυγή της ζωής τους;
Την ανδρεία και το θάρρος το έχουν για προσβολή.
Ανάθεμα την ώρα, κατάρα τη στιγμή, ξανασκοτώσαν οι φασίστες το γελαστό παιδί !
Είμαστε δυό κι η ώρα σήμανε οχτώ!
Εσύ μπροστά και οι άλλοι πίσω ακολουθούν!
Ντιν-νταν σημαίνει ο δρόμος της αγάπης και του χρέους!
Δυο πούλια,δυο περιστέρια ταξιδεύουνε μέσα στα αστέρια!
Εσύ πρωτομάστορα μύρισες την ανάσταση, χτύπησες την καμπάνα και έψαλλες:
Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιώνα,
μουγκρίζουν τ' Άγράφα, σειέται η Στεριά.
Στ' άρματα, στ' άρματα, εμπρός! στον αγώνα
για τη χιλιάκριβη τη Λευτεριά.
Ετούτα εδώ τα μάρμαρα δε θα πιάσουν καμία σκουριά, όσο τα αγκαλιάζουν οι μελωδίες σου!
Κι όπου να ’ναι θα σημάνουν οι καμπάνες!
Και θα τη δούμε ξανά τη Ρωμιοσύνη,
μεγάλε των Ελλήνων Οδηγέ,
εκεί που πάει να σκύψει με το σουγιά στο κόκαλο ,
με το λουρί στο σβέρκο,
να πετιέται από ξαρχίς, ν΄ αντριεύει, να θεριεύει
και να καμακώνει τ’ άγριο θεριό με το καμάκι του ήλιου,
το τόξο του Απόλλωνα!
Μίκη να είσαι πάντα καλά!
Πάντα να στέκεις μπροστάρης εσύ και τα τραγούδια σου, στους αγώνες των Ελλήνων για τη χιλιάκριβη τη Λευτεριά!
Αυτό το
χώμα είναι δικό τους και δικό μας!
Για να γυρίσει ο ήλιος
θέλει δουλειά πολύ ,
θέλει και οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους !
Θα το δώσουμε μεγάλε Αδερφέ μας,
Θα το δώσουμε !
Αέρας στις κορφές, μαύρο φεγγάρι στις καρδιές.
Ερχόμαστε να πάρουμε μόνοι μας τη Λευτεριά,
με τραγούδια όπλα και σπαθιά!
Με τραγούδια δικά σου αγαπημένε Μίκη!
Μιας ανάστασης νέας χτυπά η καμπάνα,
μηνούν τα όπλα μας τον λυτρωμό!
Είμαστε δυο, είμαστε τρεις , είμαστε χίλιοι δέκα τρεις!
Κι όλοι σε αγαπάμε Μίκη Θεοδωράκη!